Category Archives: ΑΡΧ. ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ/ΠΟΙΗΤΕΣ

Ο Ήλιος και ο Βόρειος Άνεμος

Μια φορά, ο Ήλιος κι ο Βοριάς έπιασαν μια μεγάλη συζήτηση για το ποιος από τους δυο ήταν ο δυνατότερος.
– Εγώ, έλεγε ο Ήλιος.
– Όχι, εγώ, έλεγε ο Βοριάς.
Κι είχαν τόσο πείσμα, ώστε κανένας τους δεν υποχωρούσε μπροστά στον άλλον.
Έτσι όμως, δεν έβγαινε συμπέρασμα, ούτε θα ‘βγαινε ποτέ, τόσο πεισματάρηδες που ήταν κι οι δυο τους.
– Σου προτείνω ένα στοίχημα! είπε τέλος ο Βοριάς.
– Τι στοίχημα; ρώτησε ο Ήλιος.
– Να διαλέξουμε στην τύχη έναν άνθρωπο κι όποιος από τους δυο μας καταφέρει και τον γδύσει, εκείνος θα ‘ναι ο δυνατότερος .
– Το δέχομαι το στοίχημα! είπε ο Ήλιος.
Σε λίγο, φάνηκε στον κάμπο ένας άνθρωπος, που πήγαινε ολομόναχος.
Άρχισε τότε, ο Βοριάς, να φυσάει δυνατά.
Ο διαβάτης έσκυψε το κεφάλι του και σταύρωσε τα χέρια του, πάνω στο στήθος, για να προφυλαχτεί από τον αέρα.
Ο Βοριάς φύσηξε πιο δυνατά κι ο διαβάτης, κούμπωσε το ρούχο του κι επειδή ο Βοριάς δυνάμωνε το φύσημά του, ο καημένος ο άνθρωπος έβγαλε μια μάλλινη κουβέρτα, που την κουβαλούσε σ’ ένα σακί, και τυλίχτηκε μ’ αυτήν, για να μην ξεπαγιάσει.
Όσο πιο δυνατά φυσούσε ο Βοριάς, τόσο πιο σφιχτά τυλιγότανε στην κουβέρτα του ο διαβάτης.
Στο τέλος, ο Βοριάς βαρέθηκε κι έπαψε να φυσάει. Γύρισε στον Ήλιο και του είπε:
– Η σειρά σου τώρα να δοκιμάσεις να τον γδύσεις.
Ο Ήλιος πρόβαλε στον ουρανό, μόλις σταμάτησε να φυσάει ο Βοριάς, κι αμέσως ο διαβάτης έβγαλε από πάνω του την κουβέρτα και την έβαλε στο σακί.
Δυνάμωσε τη λάμψη του ο ‘Ηλιος κι ο διαβάτης ξεκούμπωσε το ρούχο του.
Αλλά ο Ήλιος δυνάμωνε όλο και πιο πολύ τη λάμψη του κι ο διαβάτης, που είχε αρχίσει να ιδρώνει, άρχισε να βγάζει ένα-ένα τα ρούχα του, ώσπου, στο τέλος απόμεινε ολόγυμνος και κοιτούσε δεξιά κι αριστερά, μήπως δει κανένα δέντρο για να πάει να ξαπλώσει στον ίσκιο του.
Επειδή όμως δεν έβρισκε δέντρο, έπεσε στο ποτάμι, που περνούσε εκεί κοντά κι έμεινε στο νερό, ώσπου ο Ήλιος, σιγά-σιγά, λιγόστεψε τη λάμψη του.
– Εσύ είσαι ο δυνατότερος! παραδέχτηκε ο Βοριάς, αποχαιρετώντας τον Ήλιο.

Advertisements

Αδέλφια που μαλώνουν

Μια φορά κι έναν καιρό, το λιοντάρι αρρώστησε βαριά.
Φοβήθηκε πως θα πεθάνει κι έδωσε διαταγή να συγκεντρωθούν όλα τα ζώα του μεγάλου δάσους μπροστά του, για να του πουν τι πρέπει να κάνει για να γιατρευτεί. Όλα τα ζώα είπαν τη γνώμη τους, ώσπου ήρθε και η σειρά του λύκου.
– Βασιλιά μου, είπε με σεβασμό, δε γνωρίζω κανένα γιατρικό για την αρρώστια σου, μα ούτε και όσα ζώα είναι συγκεντρωμένα εδώ, γνωρίζουν. Το μόνο ζώο που ξέρει από φάρμακα είναι η αλεπού! Μα αυτή σε περιφρόνησε και δεν ήλθε στο κάλεσμά σου. Άκουσα μάλιστα να λένε ότι χάρηκε για την αρρώστια σου και ότι δεν τη νοιάζει κι αν πεθάνεις.
Ο λύκος τα είπε επίτηδες αυτά τα λόγια, γιατί δε χώνευε την αλεπού και ήταν σίγουρος ότι το λιοντάρι θα την τιμωρούσε!
– Ώστε έτσι! φώναξε θυμωμένο το λιοντάρι. Να τη βρείτε αμέσως και να τη φέρετε μπροστά μου. Θα της κόψω τη γλώσσα!
Ο λύκος έτριψε τα χέρια του από τη χαρά του. Είχε έλθει η στιγμή να κάνει κακό στην αλεπού. Ένα πουλάκι, όμως, πέταξε γρήγορα και βρήκε την αλεπού.
– Αυτό κι αυτό συμβαίνει! της είπε. Ο λύκος σε συκοφάντησε και το λιοντάρι θα σου κόψει τη γλώσσα για να σε τιμωρήσει.
– Σ’ ευχαριστώ, καλό μου πουλάκι, του είπε η αλεπού. Μη φοβάσαι, θα καταφέρω να γλυτώσω.
Μάζεψε τότε αγριόχορτα και μια και δυο τράβηξε με θάρρος για τη σπηλιά του λιονταριού. Το λιοντάρι, όταν την είδε άφρισε από το κακό του.
– Σου έφερα αυτά τα βότανα, είπε η πονηρή αλεπού στο άρρωστο λιοντάρι, για να γίνεις καλά.
– Έλα εδώ! της φώναξε. Που ήσουν; ∆εν έμαθες ότι κάλεσα όλα τα ζώα να παρουσιαστείτε μπροστά µου;
– Ναι, βασιλιά µου, απάντησε με θάρρος η αλεπού. Το έμαθα πως είσαι άρρωστος βαριά, γι’ αυτό κι εγώ, πριν έλθω, πήγα και μάζεψα αυτά τα βότανα, που θα σε κάνουν καλά.
Ο θυμός του λιονταριού έπεσε αμέσως.
– Ώστε γι’ αυτό άργησες να έλθεις; της είπε. Καλά έκανες… Θα… γίνω καλά όταν πάρω αυτά τα βότανα;
– Ναι, βασιλιά μου. Μόνο που χρειάζεται να τ’ ανακατέψεις µε κάτι ακόμα, για να γίνει τέλειο το φάρμακο.
– Με τι; ρώτησε το λιοντάρι.
– Να τα βράσεις μαζί µε μια γλώσσα λύκου. Αυτή βέβαια… εσύ ξέρεις πού θα τη βρεις.
– Και βέβαια ξέρω! φώναξε το λιοντάρι. Θα κόψω τη γλώσσα αυτού του λύκου!
Το είπε και το έκανε αµέσως. Έτσι η πονηρή η αλεπού τιμώρησε το λύκο για τη συκοφαντία του.

Ο Γεωργός και τα παιδιά του – μύθοι του Αισώπου

Κάποτε ένας γεωργός αρρώστησε βαριά. Κάθε μέρα που περνούσε όλο και χειροτέρευε. Τότε κατάλαβε ότι πλησιάζει το τέλος του και κάλεσε κοντά του τους δύο γιους του , που ήταν δυνατά και γεροδεμένα παλικάρια , αλλά είχαν ένα μεγάλο ελάττωμα : την τεμπελιά.
Έτσι με αδύνατη και κουρασμένη φωνή τους είπε :
– Παιδιά μου εγώ τώρα φεύγω απ’ αυτόν τον κόσμο και αφήνω στα χέρια σας ότι έχω. Εγώ δούλεψα όσο μπορούσα. Τώρα είναι η σειρά σας να δουλέψετε για να μη χαθούν όλα αυτά που θα σας αφήσω. Μέσα στο αμπέλι λοιπόν σας έχω αφήσει όλη μου την περιουσία. Τον θησαυρό τον έχω κρύψει πολύ καλά αλλά αξίζει τον κόπο που θα κάνετε για να τον βρείτε γιατί θα σας κάνει πλούσιους. Προσέξτε όμως καλά. Θα είναι δικός σας μόνο αν τον βρείτε χωρίς να χαλάσετε τα κλήματα από το αμπέλι. Και κάτι ακόμα : να τον μοιράσετε δίκαια….
Και μ’ αυτά τα λόγια αποχαιρέτησε τα παιδιά του.
Τα παιδιά πέρασαν μέρες λύπης . Τα τελευταία λόγια του πατέρα τους ερχόταν συνέχεια στο μυαλό τους.
Έτσι ένα ωραίο πρωινό στις αρχές της άνοιξης πήραν από ένα τσαπί κι από ένα κλαδευτήρι και τράβηξαν κατά το αμπέλι.
Όταν έφτασαν λοιπόν στο αμπέλι κοίταξαν ολόγυρα πολλή ώρα. Κανένα όμως σημάδι δεν έδειχνε πως εκεί μπορούσε να είναι ο θησαυρός.
-Νομίζω ότι πρέπει να σκάψουμε βαθιά όλο το αμπέλι. Έτσι όπου και να βρίσκεται θα τον βρούμε είπε ο ένας.
-Να μη χάνουμε λοιπόν καιρό , είπε ο δεύτερος.
Με τις τσάπες τους έσκαβαν βαθιά στο χώμα και το αναποδογύριζαν.
-Τα κλαδιά μας εμποδίζουν , είπε ο ένας.
-Ας τα κλαδέψουμε είπε ο άλλος.
Συνεχίζοντας έτσι έφτασαν στο τέλος. Έσκαψαν και την τελευταία πιθαμή αλλά ο θησαυρός πουθενά ! Απογοητευμένοι γύρισαν στο σπίτι τους…
Πέρασε καιρός ήρθε το Καλοκαίρι και στη συνέχεια το Φθινόπωρο . Ήταν η εποχή να τρυγήσουν και τα δύο αδέλφια ξεκίνησαν πάλι για τ’ αμπέλι .
Μα εκεί , με μεγάλη έκπληξη είδαν τις βέργες με τόσα πολλά σταφύλια που ακουμπούσαν τη γη !
Άρχισαν με χαρά να κόβουν τα σταφύλια , να γεμίζουν τα κοφίνια και να τα σωριάζουν στα πατητήρια. Η σοδειά του αυτό το χρόνο ήταν… θησαυρός!
Πουλούσαν τα σταφύλια και άλλα τα έκαναν κρασί και το πουλούσαν κι αυτό. Κι έπαιρναν χρήματα , τα σώριαζαν πάνω στο τραπέζι και τα μοίραζαν δίκαια, όπως τους είχε πει ο πατέρας τους.
Έτσι θησαυρό μπορεί να μη βρήκαν, όμως οι κόποι τους ξεπληρώθηκαν με το παραπάνω!

Τζιτζίκι και Μυρμήγκι – Αισώπου Μύθοι

Τζιτζίκι είναι το λαϊκό όνομα διάφορων ειδών εντόμων από την οικογένεια Cicadidae. Στην Ευρώπη η οικογένεια αποτελείται από δυο υποοικογένειες με μόνο τρία γένη. Στην Ελλάδα συναντούμε τα είδη Cicada orni, Cicadatra alhageos, Cicadatra atra, Cicadatra hyalina, Cicadatra hyalinata και Lyristes plebeius.
Το τζιτζίκι ή τζίτζικας ή τέττιξ στα αρχαία ελληνικά είναι ένα έντομο που ζει συνήθως στα δένδρα και παράγει ένα χαρακτηριστικό ήχο που προδίδει την παρουσία του. Ο τζίτζικας είναι έντομο της οικογένειας των τετιγιδών και υπάρχουν πολλά είδη του. Στην Ελλάδα είναι ιδιαίτερα γνωστό από την ιστορία του Αισώπου, «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» (Τέττιξ και μύρμηκες)[1]
Αν και έχουν αρκετά μεγάλο μέγεθος για έντομα (2-5 εκατοστά) είναι δύσκολο να τα εντοπίσει κανείς, γιατί το χρώμα τους είναι παρόμοιο με το χρώμα των κορμών των δένδρων. Το σώμα του είναι πεπλατυσμένο, το κεφάλι του κοντό και πλατύ, έχει πέντε μάτια, δύο μεγάλα, κανονικά και τρία μικρότερα, βοηθητικά. Τα φτερά του είναι φτιαγμένα από λεπτή διαφανή μεμβράνη και τα πόδια του λεπτά και μακριά. Το χρώμα του σε γενικές γραμμές είναι μαύρο. Όμως διακρίνουμε σ’ αυτόν και διάφορες αποχρώσεις κίτρινου και καφέ.
Ένα τζιτζίκι βγάζει φτερά
Τρέφεται με τη λύμφη των βλαστών, τους οποίους τρυπά με μια ειδική προβοσκίδα, που μοιάζει με έμβολο. Η θηλυκή γεννά τα αυγά της μέσα σε τρύπες που κάνει πάνω στους μαλακούς βλαστούς. Αυτό γίνεται κατά τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο. Από τα αβγά βγαίνουν οι προνύμφες, περίπου κατά το τέλος του καλοκαιριού, οι οποίες κατεβαίνουν από τα δέντρα, κάνουν τρύπες μέσα στη γη, κοντά στις ρίζες κι εκεί μπορούν να ζήσουν και τέσσερα χρόνια (αλλού 17 ή 13 χρόνια) μέχρι που να μετατραπούν σε κανονικές νύμφες.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το τζιτζίκι, για την ειδική ηχητική συσκευή που υπάρχει ανάμεσα στο θώρακα και την κοιλιά του τζιτζικιού μέσω της οποίας δημιουργείται αυτό το ιδιόμορφο τερέτισμα, που ακούγεται τις ζεστές καλοκαιρινές μέρες. Η συσκευή αποτελείται από δύο κοιλότητες που χωρίζονται από μια λεπτή μεμβράνη τεντωμένη. Κάθε φορά που δονείται η μεμβράνη αυτή, παράγεται ο ήχος.
Με το τζιτζίκι είναι συνδεδεμένος και ο μύθος του Τιθωνού. Ο Τιθωνός ήταν θνητός που είχε γίνει αθάνατος από τους θεούς μετά από παράκληση της Ηούς, η οποία όμως ξέχασε να ζητήσει να παραμείνει και νέος. Όταν λοιπόν ο Τιθωνός έφθασε σε έσχατο γήρας, η Ηώς, που ως θεά ήταν και αθάνατη και πάντα νέα, δεν μπορούσε πια να τον βλέπει. Τότε οι θεοί τον λυπήθηκαν και τον μεταμόρφωσαν σε ένα ζαρωμένο έντομο που μιλά ακατάπαυστα, το τζιτζίκι.

Η αλεπού και το λελέκι – Αισώπου Μύθος

Λυσιστράτη

ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ ΕΝ ΑΥΛΙΔΙ

ΦΙΛΟΚΤΗΤΗΣ του ΣΟΦΟΚΛΗ

Το «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ» παρουσιάζει τη μαγνητοσκοπημένη παράσταση «Φιλοκτήτης» του ΣΟΦΟΚΛΗ που ανέβασε το Εθνικό Θέατρο σε σκηνοθεσία ΑΛΕΞΗ ΜΙΝΩΤΗ στο αρχαίο θέατρο Δωδώνης το 1981. Η τραγωδία πραγματεύεται την προσπάθεια του Οδυσσέα και του Νεοπτολέμου να οδηγήσουν τον Φιλοκτήτη μαζί με τα τόξα του από τη Λήμνο, όπου βρίσκεται εγκαταλελειμμένος, στην Τροία, προκειμένου να την κυριεύσουν. Η λύση δίνεται με την εμφάνιση του Ηρακλή.

ΝΕΦΕΛΕΣ,ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ,1994, ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ

ΕΚΚΛΗΣΙΑΖΟΥΣΑΙ ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ,1996, ΑΡΧΑΙΟ ΘΕΑΤΡΟ ΔΩΔΩΝΗΣ